|
xkont
|
|
29.10.07 |
|
περπατάω στην ασφυξία και αδειάζω τις τσέπες μου από τα κάστανα.
πατάω από τελεία σε τελεία και από κόμμα σε κόμμα.
με φοβίζουν τα κεφαλαία για τις γωνίες με τις οποίες γατζώνονται πάνω στο δέρμα σου.
δεν θες να με ακούσεις αλλά πίσω από τις λέξεις μου υπάρχει η σιωπή που αναζητάς. θέλω με τις λέξεις μου να περιφρουρήσω τη σιωπή.
άγγιγμα η ματιά, έρωτας η ανέκφραστη χαλαρότητα.
αδειάζω τις τσέπες μου από τα κέρματα.
φόδρα τα δάχτυλά μου, αν δεν προσέξεις δεν υπάρχει το αδιόρατο άγγιγμά μου.
κι όμως, η υποψία ότι κυκλοφορώ ανάμεσά σας με φυλακίζει αιώνια σε αυτό το πολύβουο παρόν.
αδειάζω τις τσέπες μου από την ύπαρξή μου.
πλέω στη θάλασσα που γεννιέται ανάμεσα στις δυό ματιές. στον κενό αυτό χώρο που εξαφανίζεται στο δευτερόλεπτο που χάνεται η επαφή. όταν όμως τα μάτια κλείνουν η θάλασσα αυτή γίνεται ωκεανός, αλλά πλέω ακόμα στεγνός, όσο η σκέψη σου δεν αναπνέει με τα δελφίνια.
αδειάζω τις τσέπες μου χωρίς απ'ορμή.
αλλάζω τα επί με τα ανά μου.
δεν επιζητώ γιατί αναζητώ. δεν επιμένω γιατί αναμένω.
δεν επιβάλλω, αναβάλλω. κι όλα αυτά χάρη της αλλαγής τριών γραμμάτων που κανείς δεν κόβει από τις λέξεις. δεν κόβει το παράσιτο από τον ξενιστή. το παράσιτο που ορίζει τον ξενιστή.
κατανοώ σημαίνει παρανοώ. κι αν προκαλώ την παρανόηση όλοι κατανοούν. και το επικαλούνται.
αδειάζω τις τσέπες μου από τα αστέρια.
είναι μεγάλο το βάρος του ουρανού για δύο τσέπες. σκίζει τη φόδρα το φως.
πώς όμως να είναι ζεστό το σκοτάδι;
το πάθος γεννιέται από την γαλήνη. όχι την ένταση.
|