150 χρόνια μετά το θάνατο της «Μάνα Κουράγιο» δύο νέοι ζεύονται τον αραμπά και ξεκινάνε από την αρχή.
Προσωπικά μου ήταν πολύ δύσκολο να γράψω μία κριτική για αυτό το αριστούργημα. Γι' αυτό δεν θα αναφερθώ καθόλου στην επική αυτή ιστορία που πιάνει την ιστορία εκεί που την άφησε ο Μ.Μπρεχτ και την οδηγεί με ακρίβεια στον 21ο αιώνα, με ένα μυθώδη τρόπο που κάνει τους γνωστούς σεναριογράφους και σκηνοθέτες να τρομάζουν και μόνο στην ιδέα να καταπιαστούν με ένα αντίστοιχο εγχείρημα.
Ας δούμε όμως τους ηθοποιούς.
Ο Luke Stoner και ο Harrold Shortpit ξαφνιάζουν με τις ερμηνείες τους.
Ο Luke Stoner με το λιττό του παίξημο δημιουργεί και κρατά ανέπαφη αυτή τη λεπτή γραμμή που χωρίζει το τραγικό από την τραγικότητα, τη συμπόνοια από τη συμμετοχή. Έτσι, καταφέρνει να προσδώσει στον ήρωα μία προσωπική διάσταση που διαχωρίζεται από την σπειροειδή ανέλιξη του «εγώ» μέσα στο «είναι» και που καταφεύγει στο απόκρυφο ησυχαστήριο της ψυχικής ανοχής του «είναι» των άλλων μέσα από την αφόρητη πίεση που ασκεί η αφαίρεση της ζωής των συμπολεμιστών/πελατών του. Ξαφνιάζει δε η επιλογή του χαμόγελου ή και του άκρατου γέλιου στις στιγμές όπου ο αραμπάς ολοκληρώνει το αντικειμενικό του δράμα καθιστόντας τις σκηνές από καθαρά «Αγγελοπουλ-ικές» σε ένα συνδιασμό μετα-μπαρόκ, θείας κωμωδίας, ιμπρεσιονισμού και μινιμαλιστικού ρεαλισμού μέσα από ένα φίλτρο εμπάθειας και εμμονής στην αυτοαναφορικότητα του προσεταιρισμένου κάρου.
Ο Harrold Shortpit από την άλλη δημιουργεί μία ατμόσφαιρα γύρω από τον χαρακτήρα που υποδύεται η οποία διαστρέφει την ασάφεια σε υπαινιγμό, την απουσία λόγου σε ακατάσχετη λογόρροια, διαμορφώνοντας έναν ήρωα ο οποίος ακροβατεί ανάμεσα στο υπαρκτό και την πραγματικότητα, το αληθινό και το υλιστικό χωρίς να αγνοεί την αστάθεια της πεποίθησης της ύπαρξης κάποιου Θεού. Το ειρωνικό παίξημο στην τελική σκηνή της αλλαγής της ρόδας του αραμπά αξίζει από μόνο του για oscar αφού ολοκληρώνει την αλλοίωση του οιδιπόδειου ανάμεσα στον αραμπά και αυτούς που τον σέρνουν, καταδυκνύοντας ότι στην πραγματικότητά σέρνουν τις ίδιες τις υπάρξεις τους καθώς διαβαίνουν το ρουβικόνα της διαληπτικής προσήλωσης στην εταιρότητα της δομής του υλικού κόσμου που κάθε άλλο παρά ανιδιοτελής στάθηκε καθόλη την πορεία του αραμπά μέσα από την παράνοια, τη διαστροφή και τον εμπαιγμό.
Ο John D'Angelli με το απαράμιλλο υποκριτικό του ταλέντο καθίσταται το βαρόμετρο στο συνεχές υψηλότατο επίπεδο της ταινίας. Ολοκληρώνει την μεταστροφή της εσωτερικής πραγματικότητας με ένα τρόπο που δείχνει ότι έχει εμβαθύνει τόσο πολύ στον Μπρεχτ όσπου να ανακαλύψει την συγγένειά του (Μπρεχτ) με τους Monty Python, τον Στάθη Ψάλτη, τον Quentin Tarrantino και την Άτζελα Δημητρίου. Ενσωματώνοντας την ψυχότροπη κατάσταση στην αυτιστική πραγματικότητα των δύο συμπρωταγωνιστών του καθιστά υπαρκτή την ευθεία μεταεξπρεσιονιστική σχέση της Angelica Bud με τον αραμπά. Αν και ακούστηκαν κριτικές πως ίσως το παίξημό του να μπορούσε ακριθιγώς να υπαινιχθεί ένα προσεταιρισμό του μικροτονισμού στη σύγχρονη μουσική, προσωπικά θεωρώ αυτή την προσέγγιση έως και προσβλητική για τον υπέροχο τρόπο με τον οποίο υποδύεται το χαρακτήρα του αυτός ο γεναίος ηθοποιός. Αξίζει να σημειώσουμε τη σκηνή όπου αποφασίζει να χρεώσει στους στρατιώτες τον κανιβαλισμό του Harrol Shortpit και μετά από μία εσωτερική πράξη βγάζει το λογαριασμό βάση ενός αντικειμενικού συνδιασμού μπουκιών που κατανάλωσε ο καθένας σε σχέση με την βία με την οποία απέσπασε το κομμάτι από το σώμα του νεκρού ήρωα. Είναι τόσο αριστοτεχνικά παιγμένο έτσι ώστε η φυσική αποδοχή του χρέους από τους καννίβαλους και η αναζήτηση των χρημάτων μοιάζει απόλυτα φυσική χωρίς να ξαφνιάζει.
Η Angelica Bud, δεν αφήνει κανένα περιθώριο για λαθεμένες κρίσεις γύρω από τη σκοπιμότητα του παιξήματός της. Πατάει πάνω στο αριστοτεχνικό παίξημο των προαναφερμένων για να ανοίξει νέους δρόμους στην αφηγηματικότητα, μεταστρέφοντας την ιστορία από ένα εσωτερικό πόλεμο ψυχώσεων σε ένα μπουκέτο με εξωτικά λουλούδια τα οποία όμως είναι ολοφάνερο πως έχουν ανδρωθεί μέσα στο υπαρξιακό τέλμα της αναποτελεσματικότητας και έχουν τελικά κοπεί ακριβώς πριν ανθίσουν. Με αυτό τον τρόπο αποφεύγει τον κίνδυνο να δημιουργηθεί μια προσωπική αφήγηση των αντικειμένων και ταυτόχρονα προστατεύει τα ηθικά διλήμματα στο σύρσιμο του αραμπά μέσα από τα σχιζοφρενικά οράματα του δηλητηριασμένου αυτού κόσμου.
Ο αραμπάς. Το oscar που τελικά πήρε ο αραμπάς ως best supporting vehicle καταδεικνύει το σημαντικό ρόλο των αντικειμένων στην αφηγηματική δομή η οποία από προσωπικές ιστορίες μεταστρέφεται σε μια αντικειμενική αναφορικότητα στο υπαρξιακό ζήτημα της ύλης, ειδωμένο σύμφωνα με τις τελευταίες αντιλήψεις κβαντικής θεωρίας χωρίς ωστόσο να χρησιμοποιείται η κβαντική μηχανική για να κινηθεί ο αραμπάς.
Ο αραμπάς διδάσκει πως πρέπει να παίζει ένα μεταφορικό όχημα στον κινηματογράφο του σήμερα: χωρίς υπερβολές, χωρίς την τάση να αναδεικνύεται σε κυρίαρχο αντικείμενο μέσα στο χόρο. Καταλαμβάνει την εσωτερική του διάσταση χωρίς να επιβάλλεται στους συμπρωταγωνιστές του και παραδίδει μαθήματα χάρης στην ακινησία και εγκράτειας στις σκηνές της κίνησης.
Στην σκηνή όπου το δράμα ολοκληρώνεται με την αλλαγή της ρόδας, η αρμονία στο παίξημο με το γρύλλο είναι κάτι που δεν ξεχνιέται μετά από μία εβδομάδα. Ο αραμπάς δίνει ένα ρεσιτάλ στιβαρής ευκαμψίας που πλέον αποτελεί το όριο με το οποίο θα συγκρίνονται από εδώ και πέρα όλα τα supporting vehicles σε όλων των ειδών τις ταινίες, από action movies έως τα βραζιλιάνικα μεσημεριανά σίριαλς.
Κλείνοντας, όσοι από εσάς πάσχετε από σπαστική κολίτιδα, είστε σε κατάσταση εγγυμοσύνης, έχετε πρόσφατα υποβληθεί σε επέμβαση αλλαγής φύλλου, ή χρησιμοποιείτε οδοντόνημα, είναι προτεινόμενο να ΜΗΝ δείτε αυτή την ταινία.
ΥΓ
αφού δω την ταινία θα γράψω και την κριτική μου για το σενάριο και τη μουσική
|