|
να κάποιοι που χαίρονται με τις φωτιές |
|
|
xkont
|
|
27.08.07 |

ασύμμετρη είναι η εικόνα του Χρηματιστηρίου Αθηνών
ζω στην Αμαλιάδα Ηλείας.
ακούμε όλη μέρα φωτιές. ποιός, τί, πού, πώς.
και εκεί που τελειώνει το δελτίο και ενώ ποτέ δεν ακούω χρηματιστήριο γιατί δεν με ενδιαφέρει, σήμερα το άκουσα...
+0,28% ο Γενικός Δείκτης
τί λέτε ρε παιδιά; η Ελλάδα καίγεται και αυτό έχει ως αποτέλεσμα την άνοδο στο χρηματιρτήριο;
και μπήκα στην www.naftemporiki.gr και διαβάζω:
Επιστροφή πάνω από τις 4.800 μονάδες
Εβδομάδα καθαρής ανόδου στο Χ.Α.«MEΣΑ σε πέντε συνεδριάσεις, ο γενικός δείκτης του Χ.Α. από τις 4.678 με τρεις ουσιαστικά ανοδικές βρέθηκε την Πέμπτη στις 4.800,63 μονάδες και κατέληξε την Παρασκευή στις 4.800,4 μονάδες. Η αξία συναλλαγών στις τελευταίες συνεδριάσεις ήταν στα 414 και 380 εκατομμύρια ευρώ αντίστοιχα και ο μέσος τζίρος διαμορφώθηκε στα 312 εκατομμύρια ευρώ.»
και βλέπω και γράφημα:

- τη Δευτέρα 27/8 που δεν είναι στον πίνακα +0,28% και μονάδες 4.813,91
δεν ξέρω πολλά οικονομικά, αλλά ακούω κάθε φορά ότι τα «αρνητικά γεγονότα» επιρρεάζουν «αρνητικά» το χρηματιστήριο...
βάλε ότι και η «προεκλογική περίοδος» είναι περίοδος «άγχους» για το χρηματιστήριο...
λίγο ανάποδα δεν πάει αυτός ο δείκτης;
δηλαδή η εβδομάδα της μεγαλύτερης καταστροφής από φωτιά σε παγκόσμιο επίπεδο εδώ και 150 χρόνια,
ήταν η «Εβδομάδα καθαρής ανόδου» για το Ελληνικό Χρηματιστήριο...
...και η άνοδος συνεχίζεται...
το «ελληνικό» χρηματιστήριο...
τα γεγονότα στην Ηλεία, δεν θα σας φαίνονταν καθόλου ασύμμετρα εάν ξέρατε ποιό είναι το πολιτικό και οικονομικό καθεστώς που λυμαίνεται(*)
αυτό τον τόπο - την Ηλεία, δεν θα είχατε απορίες για το πως είναι
δυνατόν να συνδιάζεται η παντελής ανικανότητα της Κυβέρνησης με την
εγκληματική εμπάθεια στην αδράνεια, της Νομαρχίας Ηλείας.
πολλά όνειρα εκπληρώνονται αυτές τις μέρες, εδώ...
(*)
λυμαίνομαι [liménome] P (μόνο στο ενεστ. θ.) : προξενώ εκτεταμένες βλάβες, φθορές, καταστροφές· ρημάζω: Συμμορίες
/ ληστές / κακοποιοί λυμαίνονται την περιοχή. Eπιδημίες λυμαίνονται τη
χώρα. Aργόμισθοι / επιτήδειοι / απατεώνες λυμαίνονται το δημόσιο χρήμα.
[λόγ. < αρχ. λυμαίνομαι]
|