| μια νύχτα με τη νησοδέσποινα |
|
| xkont | |
| 09.07.07 | |
![]() το μπαράκι στην Ν.Σ. ήταν άθλιο αλλά δεν το πρόσεχα γιατί το είχα προτείνει. ήμουν μόνος με τη νησοδέσποινα. στην ίδια γωνία, που ακριβώς πριν δύο χρόνια, την ίδια βραδυά, μετά από την ίδια επίσκεψη στο ερασιτεχνικό θέατρο Δ.Ζ. είχα εκραγεί. είμαι σίγουρος πως το μπαρ δεν μπορούσε παρά να είναι άθλιο αφού η έκρηξή μου είχε ποτίσει το χώρο με ένα δυσανάλογο εκνευρισμό. ίσως πάλι να ήταν άθλια αυτή γωνία και με είχε πυροδοτήσει. όμως δεν είχα ζήσει αυτή τη νύχτα τότε. δύο χρόνια πιο νέα, δύο χρόνια πιο αισιόδοξη, δύο χρόνια πιο φωτεινή. το μοχίτο, μπορεί να μην έχει "Σ" αλλά παραμένει κουνούπι. αλλά τί με νοιάζει; δεν το έπινα εγώ. εκείνη, απέφευγε να με κοιτάξει και χάζευε τους απίθανους θαμώνες και το ντεκόρ που δεν ήταν σαφές αν ήταν αφαιρετικό ή απλά ανύπαρκτο. αλλά αυτό ήταν και το ζήτημα της βραδυάς. το περιεχόμενο που δίνουμε στις ανύπαρκτες ιστορίες που ζούμε. η αφαιρετική διάσταση, γεμάτη περιεχόμενο και νοήματα, που δημιουργούμε όταν απλά δεν υπάρχει τίποτα εκεί. ίσως όμως αυτό να ήταν το δικό μου θέμα αυτή τη νύχτα. επέμενα, όπως πάντα, γυρίζοντας τις λέξεις μέσα στο περίστροφό μου αναζητώντας τη μία που θα την έκανε να πολεμήσει. αλλά όπως πάντα απρόθυμη, φύλαγε τη δική της. για φινάλε. τότε κατάλαβα ότι αυτή η γωνία, αυτό το άθλιο μπαράκι, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το νησί των καθρεφτών της που είχε δραπετεύσει από το blogspot και απλωνόταν τώρα με πολλά μέτωπα, κατέτρωγε το μοχίτο, έκανε πρόγραμμα με ασυνάρτητα τραγούδια, μου φώναζε πως κάθε καθρέφτης είναι μοναδικός όχι επειδή λαμπιρίζονται μέσα του τα μάτια μιας άλλης, που μόλις είχα κοιτάξει, αλλά επειδή εμείς ορίζουμε το περιεχόμενό του. κάθε φορά εκ νέου. κάθε φορά με μια νέα ζαριά. τότε, όταν πια όλα γύρω μας είχαν γίνει καθρέφτες, η νησοδέσποινα κουράστηκε. την είχε κουράσει ο κόσμος της που κυριαρχούσε και πάλι. κι εμένα μου άρεσε τόσο πολύ να κυνηγάω, σαν παιδάκι, μια ακτίνα από επιφάνεια σε επιφάνεια, αλλά όλος αυτός ο κόσμος δεν ήταν παρά η δική της φυλακή. ένα νησί με καθρέφτες που κρυσταλλώνουν μέσα στην ανάσα του, που παραμορφώνουν την πραγματικότητα καθώς κυρτώνουν δήθεν για να σε προστατέψουν. και στο τέλος, σήκωσε τον κόκκορα και πάτησε τη σκανδάλη. στην αρχή νόμισα ότι με πέτυχε στον ώμο. καθώς όμως ανέβαινα τη Συγγρού μεθυσμένος, κατάλαβα ότι η σφαίρα είχε θρυμματίσει κάθε πραγματικότητα. όπου κι αν κοίταγα οι καθρέφτες πλεόν αντανακλούσαν με σαρκασμό το χρώμα του αυτοκινήτου μου, που δεν ξέρω γιατί ο κωδικός του είναι «lucifer». η Αθήνα πλέον με κατάπινε και στους Στίλους Ολυμπίου Διός, όταν στο φανάρι κοίταξα τον ταξιτζή δίπλα μου, κατάλαβα πως πλέον ήμουν κι εγώ ένας καθρέφτης που αντανακλούσε τα πάντα μέσα από το μεταλλικό «lucifer». ίσως όμως και να ήμουν ο lucifer που κοίταζε τον εαυτό του στον κίτρινο καθρέφτη γεμάτος έκπληξη για τις μεγάλες κόκκινες φτερούγες του, μη έχοντας προσέξει έως τώρα πως αυτές είναι που τον κρατούσαν ζεστό τις νύχτες που το κρύο τον έψαχνε στη χρυσή κορνίζα. του σκοτεινού καθρέφτη μέσα στον οποίο ζω. . |


